deth 2024Όλοι στο συλλαλητήριο των εργατικών σωματείων, συνδικάτων και φορέων το Σάββατο 05/09, στις 17:30, στην πλατεία ΧΑΝΘ, στην Θεσσαλονίκη!
Τα ευχολόγια για το «αναπτυξιακό πλάνο» μαζί με την ατζέντα 2030 από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, προετοιμάζουν την νέα επίθεση για τους εργαζόμενους και το λαό. Κατακτήσεις 10ετιών του εργατικού κινήματος καταστρατηγούνται, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, οι πόλεμοι και οι περιφερειακές συγκρούσεις οξύνονται, ενώ η επίθεση στους φοιτητές και την νεολαία με την αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού μηχανισμού προχώρα με γοργούς ρυθμούς. Ζητήματα που φέτος παρουσιάζονται με την περιγραφή «Ατζέντα 2030» και συντελούν στην πλήρη ευθυγράμμιση της χώρας με τις επιταγές του διεθνούς κεφαλαίου και των αστικών τάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από πίσω ακολουθούν και όλοι οι πιστοί υπηρέτες του συστήματος, όπως το κόμμα Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ που διατυμπανίζουν για το δικό τους πρόγραμμα ακολουθώντας την ίδια πολιτική.

Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση εξαγγέλλει για ακόμα μια χρονιά τα επιδόματα της φτώχειας με πρόσχημα την προσπάθεια αντιστάθμισης του κόστους ζωής (βλ. πενιχρή αύξηση των συντάξεων, επιδόματα για τις πολύτεκνες οικογένειες, μείωση φορολογίας για συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες κλπ), οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βλέπουν το μισθό τους να εξανεμίζεται, κάτω από την πολιτική συμπίεσης του εργατικού κόστους ως τη μόνη διέξοδο της ελληνικής αστικής τάξης από την κρίση. Οι δήθεν αυτές παροχές είναι χρήματα που πρέπει να δοθούν, με στόχο να εξομαλυνθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, η οποία εντείνεται και αποτυπώνεται πλέον και στις σχετικές δημοσκοπήσεις. Ως συνέπεια της ισχύος που συγκέντρωσε το κεφάλαιο, παρά τις αντιστάσεις των τελευταίων 15 χρόνων, μέσα από την επιβολή των πιο σκληρών αντιλαϊκών πολιτικών από την κυβέρνηση, τους επιχειρηματικούς ομίλους και τους θεσμούς της ΕΕ που τους στηρίζουν, το κράτος επιτηρεί, θωρακίζει και ευνοεί τα μονοπώλια στην ενέργεια, τα τρόφιμα, την υγεία και το μεγαλεμπόριο, τροφοδοτώντας έτσι μια ραγδαία άνοδο του πληθωρισμού σε είδη πρώτης ανάγκης — τρόφιμα, στέγη, ενέργεια, φάρμακα και ιατρική φροντίδα.
Με την ίδια προθυμία που περιθάλπει τα καρτέλ των σούπερ μάρκετ, των διαγνωστικών κέντρων, των φαρμακευτικών εταιρειών, των ενεργειακών ομίλων και των τραπεζών —ανακοινώνοντας εικονικές συμφωνίες «συγκράτησης» τιμών που μετατίθενται από τη μια εποχή στην άλλη— η κυβέρνηση «παγώνει» τους μισθούς, μπλοκάρει κάθε προσπάθεια συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, και αρνείται τη μείωση του ΦΠΑ σε τρόφιμα και βασικά είδη, ώστε να συνεχίσει να αποκομίζει έσοδα παράλληλα με τα μονοπώλια, τα οποία στηρίζει με επιδοτήσεις, ψευδο-επενδυτικά προγράμματα και γενναιόδωρη χρηματοδότηση.
Αρκεί κάποιος να δει τις αλλαγές στα εργασιακά τα τελευταία δύο χρόνια. Από την μία η διεύρυνση εξαήμερης εργασίας σε περισσότερους κλάδους, αυξάνοντας επί της ουσίας το χρόνο τον οποίο θα χαρίζει ο εργαζόμενος στον εργοδότη από την εργασία του που επικροτείται από την ΕΕ ως αναγκαίο βήμα προς την πρόοδο. Από την άλλη, πλήρης διάλυση-ελαστικοποίηση του εργάσιμου χρόνου με τις 13 ώρες εργασίας μετατρέποντας τον χώρο εργασίας σε κέντρο της ζωής του εργαζόμενου. Νόμοι που έχουν ψηφιστεί με την συναίνεση όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η αύξηση των ωρών εργασίας, που έγινε νόμος από το 2025, μετατρέπεται αυτόματα σε αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων των κλάδων χαμηλής παραγωγικότητας κυρίως και για αυτό και η κυβέρνηση της ΝΔ αποσπά τη στήριξη της εργοδοτικής και επιχειρηματικής τάξης της Ελλάδας, ενώ και τα κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος, ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα, δεξιά και τα λοιπά «αριστερά» κόμματα που θέλουν να υφαρπάξουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, δεν ψελλίζουν κουβέντα καθώς κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Παράλληλα, η χαμηλή παραγωγικότητα σε εξαγωγικούς βιομηχανικούς κλάδους, η φτωχοποίηση των εργαζομένων, το real estate και ο τουρισμός οδηγούν σε έκρηξη εισαγωγής προϊόντων και πρώτων υλών για την εξυπηρέτηση του κλάδου.
Ο «ισχυρός ηγέτης» —ο πρωθυπουργός βουτηγμένος σε σκάνδαλα και ψέματα— μαζί με την κυβέρνησή του, χρειάζεται να θωρακιστεί απέναντι στη λαϊκή δυσαρέσκεια και να προβληθεί ως αποφασιστικός, ώστε να εξασφαλίσει παχυλά συμβόλαια για το κεφάλαιο μέσα από την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης» και της πολεμικής προετοιμασίας, να ολοκληρώσει το αντεργατικό του πρόγραμμα, και να περιορίσει ελευθερίες επιβάλλοντας έλεγχο σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Το λαϊκό εισόδημα μετράει ήδη τις πρώτες απώλειες ενός νέου πολέμου, ακόμη και πριν προλάβει να φτάσει στην αγορά το πρώτο «ακριβό» διυλισμένο πετρέλαιο. Παρ' όλα αυτά, οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, το ωράριο εργασίας διευρύνεται, οι μισθοί παραμένουν στον πάτο, ενώ επιδοτήσεις, διευκολύνσεις και φοροαπαλλαγές πολλαπλασιάζονται για το κεφάλαιο, ώστε να διατηρήσει τη δυναμική του. Αυτές είναι μόνο οι πρώτες οικονομικές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα.
Παράλληλα με τις εξελίξεις στον τομέα της παραγωγής, δοκιμάζονται στο πεδίο τα εργαλεία, οι στρατηγικές και οι συμμαχίες που ενδυναμώνονται, πάνω στο υπόβαθρο της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της προετοιμασίας για επέκταση σε νέες ζώνες, με έμφαση στον Ινδικό και τον Ειρηνικό, αλλά και με προεκτάσεις σε περιφερειακές συγκρούσεις που μας αφορούν άμεσα, καθώς το κέντρο βάρους μετατοπίζεται ξανά στη Μεσόγειο και την Ευρώπη. Η διεκδίκηση μιας ηγέτιδας θέσης εντός των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βρίσκεται, για πρώτη φορά μετά τους μεγάλους παγκόσμιους πολέμους, σε αμφισβήτηση, με το αποτέλεσμα να παραμένει αβέβαιο. Οι αστικές τάξεις των εμπλεκόμενων δυνάμεων προετοιμάζονται, στο έδαφος του ανταγωνισμού, για το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύγκρουσης, φέρνοντάς την ολοένα πιο κοντά. Οι αστικές τάξεις της ΕΕ, μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, προχωρούν πλέον σε ανοιχτές διακηρύξεις ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος μέχρι ή γύρω στο 2030. Στο πλαίσιο αυτής της προετοιμασίας, προωθούν τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης, μετατρέποντας βιομηχανίες προς την παραγωγή πολεμικού υλικού.
Προκειμένου να διαφυλάξει τη θέση της στον ιμπεριαλιστικό καταμερισμό —και κυρίως τη σχέση της με τις ΗΠΑ— η ελληνική αστική τάξη έχει ιστορικά επιλέξει, όποτε χρειάστηκε, ακόμη και την εσωτερική σύγκρουση, γεννώντας κρίσεις που καθόρισαν τα γεωγραφικά σύνορα της χώρας και τις διεθνείς της συμμαχίες, καταπατώντας το ίδιο το διεθνές δίκαιο στο οποίο, ως επαίτης, επικαλείται τους προστάτες της για να διατηρήσει ένα φαινομενικό αφήγημα νομιμότητας. Αυτή ακριβώς η επιλογή αξιοποιείται συστηματικά από το τουρκικό κράτος, το οποίο διαπραγματεύεται τη δική του θέση ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, αποσπώντας οφέλη για την προώθηση των συμφερόντων του. Σε μια περίοδο όπου η προσπάθεια του ευρωατλαντικού στρατοπέδου να εντάξει πλήρως την Τουρκία αποκτά στρατηγική βαρύτητα —για τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας απέναντι στις αναδυόμενες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και της Ασίας— τα ανταλλάγματα και οι παραχωρήσεις που απαιτούνται, από τη συνδιαχείριση του Αιγαίου έως τη «λύση των δύο κρατών» στην κατεχόμενη Κύπρο, συνιστούν άμεση απειλή και νέα δεινά για τους λαούς Ελλάδας και Κύπρου. Στο Αιγαίο, όπως και στη διχοτομημένη Κύπρο —όπου το 37% του εδάφους παραμένει υπό τουρκική κατοχή, και όπου βρετανικό έδαφος με στρατιωτικές βάσεις προστατεύεται από ελληνικές και κυπριακές δυνάμεις προκειμένου να λειτουργεί ως ορμητήριο επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή— καταρρέει το αφήγημα της αστικής τάξης πως η συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς εγγυάται την εδαφική ακεραιότητα και τη διεθνή νομιμότητα προς όφελος του λαού μας.
Απέναντι σε όλα αυτά, δεν μένουμε άπραγοι. Δεν θα σταθούμε θεατές στη διάλυση της ζωής μας. Ο μοναδικός δρόμος αντίστασης απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι είναι η ανασυγκρότηση και ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι απαραίτητη η καθολική στήριξη των ταξικών δυνάμεων μέσα στο κίνημα —του ΠΑΜΕ, των ταξικών σωματείων και ομοσπονδιών— αλλά και η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού σχεδίου για την ελληνική κοινωνία, που θα βάζει στο επίκεντρο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμαχικών της στρωμάτων, απέναντι στην καπιταλιστική καταιγίδα. Απέναντι στις διεφθαρμένες ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, που λειτουργούν ως προέκταση της εργοδοτικής ατζέντας και με αφετηρία το συλλαλητήριο της ΔΕΘ, χρειάζεται τον επόμενο καιρό ακόμα μεγαλύτερη στήριξη των ταξικών δυνάμεων. Μέσα από την οργάνωση και τον αγώνα στα ταξικά σωματεία και στις δομές του εργατικού κινήματος, με απεργία χωρίς αυταπάτες και χωρίς να διαλέξουμε ανάμεσα σε «καλύτερο» και «χειρότερο» διαχειριστή του συστήματος. Με ένα πολιτικό σχέδιο που δεν θα αποπροσανατολίζει τον λαό —όπως κάνουν τα διάφορα διαχειριστικά σχέδια που εμφανίζονται τελευταία— αλλά θα μετουσιώνει σε πράξη την ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκφραστές, ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, προβάλλοντας την ταξική, διεθνιστική αλληλεγγύη προς τους λαούς που σφαγιάζονται από τις ιμπεριαλιστικές μπότες και των δύο στρατοπέδων στο όνομα των κερδών του κεφαλαίου.